Ένα
ηλιόλουστο απόγευμα η οικογένεια ετοιμαζόταν να πάει στο γήπεδο για να ακούσει
το προεκλογικό πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας. Η
μητέρα αφού ετοίμασε τα παιδιά κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο του πατέρα της. Ο παππούς της
οικογένειας ήταν 70χρονός γεμάτος παράπονα και παραξενιές που αγανακτούσαν
ακόμη και τον πιο υπομονετικό άνθρωπο.
Ήταν
κλεισμένος σε ένα μικρό δωμάτιο στο τέλος του διαδρόμου και έβγαινε μόνο για να
εκφράσει τα παράπονα του ή να ζητήσει κάτι. Κι
όμως δεν ήταν πάντα έτσι… Ήταν χαρούμενος, γελαστός, φιλικός άνθρωπος γεμάτος
αγάπη για τους ανθρώπους, άνθρωπος που δεν τολμούσε να πειράξει ούτε μυρμήγκι
αλλά ικανός να «σκοτώσει» όποιον πείραζε την οικογένεια του. Μια μέρα, όμως,
ένα ψυχρό πρωινό πήγε στο δωμάτιο να ξυπνήσει την καλή του αλλά εκείνη δεν τον
άκουγε. Κοιμόταν βαθιά, πολύ βαθιά. Οι φωνές του δεν κατάφεραν να την
ξυπνήσουν.
Μετά
το θάνατο της γιαγιάς ο παππούς έγινε άλλος άνθρωπος. Δεν μιλούσε, δε γελούσε
και έκανε συνέχεια παράπονα. Η κόρη του, ως μοναχοκόρη, δεν θα μπορούσε να
αφήσει τον πατέρα της μόνο του και αποφάσισε να τον πάρει σπίτι της.
Δυσκολευόταν μαζί του αλλά τον αγαπούσε και ήθελε να τον έχει κοντά της. Ο
παππούς έκανε ωσάν τρελός όταν άκουσε ότι η Νέα Δημοκρατία θα κάνει προεκλογική
αναμέτρηση δίπλα στο σπίτι τους. Χρόνια πιστός στο κόμμα δεν υπήρχε περίπτωση
να μην δώσει το παρών. Αμέσως απαίτησε από την κόρη του να τον πάει εκεί και να
τον αφήσει να ακούσει τον «αρχηγό» του. Έτσι έλεγε τον αρχηγό του Κόμματος. Η
κόρη του μη έχοντας άλλη επιλογή αποφάσισε να τον πάει στο Ολυμπιακό Στάδιο.
Πλήθος
κόσμος είχε συγκεντρωθεί στο Ολυμπιακό Στάδιο, σημαίες ανέμιζαν, συνθήματα
ακουγόταν και ένα ζεστό χειμωνιάτικο αεράκι φυσούσε. Το χαμόγελο του παππού είχε φτάσει μέχρι τα
αυτιά του. Προχώρησε λίγο για να είναι πιο κοντά και να τον ακούει καλύτερα. Η
κίνηση του αυτή έμελλε να είναι δραματική.
Λίγη
ώρα μετά ο μπόμπιρας της οικογένειας αποφάσισε να φύγει από το χέρι της μαμάς του. Έντρομη η μητέρα έψαχνε
το παιδί της το οποίο και τελικά βρήκε
λίγο πιο εκεί να μιλά με μια ηλικιωμένη κυρία. Το παιδί βρέθηκε, ο παππούς
χάθηκε… Ανήσυχη να βρει το γιο της η μητέρα ξέχασε τον πατέρα της και έφυγε από
το σημείο που βρισκόταν. Όταν βρήκε το παιδί το οδήγησε αμέσως στο αυτοκίνητο
φωνάζοντας του ότι δεν θα πρέπει να το ξανακάνει. Συγχυσμένη και συγχρόνως και
ευτυχισμένη που βρήκε το σπλάχνο της έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο και έφυγε από το γήπεδο. Και ο παππούς;
Η
προεκλογική συγκέντρωση έλαβε τέλος και ο παππούς γύρισε πίσω τη ματιά του για
να δει την κόρη του αλλά κανείς δεν ήταν εκεί. Άγνωστες φάτσες, τρομακτικές και
περίεργες θα μπορούσες να πεις, αλλά το όμορφο και στρογγυλεμένο πρόσωπο της
κόρης του πουθενά. Ο παππούς έψαξε μέσα και έξω από το γήπεδο αλλά δεν βρήκε κανένα δικό του. Φώναξε
αλλά κανείς δεν απάντησε. Πήγε να μιλήσει σε δυο φύλακες αλλά εκείνοι τον
αγνόησαν…. Μόνος, έρημος και κουρασμένος έκατσε σε ένα από τα καθίσματα. Η ώρα
περνούσε και η κούραση γινόταν μεγαλύτερη. Ο ύπνος επισκέφτηκε τον παππού και
τον παρηγόρησε από το κλάμα του.
Το
σκοτάδι δεν άργησε να πέσει και η βάρδια άλλαξε. Ο νέος φύλακας έκανε μια βόλτα
στο γήπεδο μήπως και βρήκε κάτι. Και βρήκε! Ο φύλακας είδε ένα κουλουριασμένο
καφετί πράγμα να έχει μαζευτεί στην καρέκλα και να ροχαλίζει… Κατάλαβε ότι
επρόκειτο για άνθρωπο. Τον σκούντηξε με άγριο ύφος και τον ρώτησε «Τι κάνεις
εσύ εδώ;» ο παππούς φοβισμένος δεν μπορούσε να βγάλει μιλιά. Κοιτούσε έντρομος
τον φύλακα και παρακαλούσε να έρθει η κόρη του να τον σώσει. Άρχισε να κλαίει
και συγχρόνως να λέει στο φύλακα για την ιστορία του. Εκείνος αρχικά δεν τον
πίστεψε αλλά όταν είδε την ταυτότητα του παππού μεταπείσθηκε.
Τον
πήρε στο δωματιάκι του, του έφτιαξε ένα ζεστό τσάι και ο παππούς άρχισε να
κλαίει. Ο καημένος αναρωτιόταν γιατί να βρίσκεται στη θέση αυτή. Αναρωτιόταν
γιατί η κόρη του να τον αφήσει εκεί; Της ήταν βάρος; Την δυσκόλευε; Ήθελε να
τον ξεφορτωθεί; Δεν τον αγαπούσε πια; Ο φύλακας προσπάθησε να τον καθησυχάσει
εξηγώντας του ότι κάποια εξήγηση θα υπάρχει και πως η κόρη του δεν έχει πάψει
να τον αγαπά. Παρά
τις αντιρρήσεις του παππού ο φύλακας βρήκε το τηλέφωνο της οικογένειας και πήρε
να ειδοποιήσει. Η γυναίκα μόλις άκουσε τα λόγια του φύλακα πέταξε από τη χαρά
της και έφυγε χωρίς δεύτερη σκέψη για το Ολυμπιακό Στάδιο. Έτρεξε, μπήκε μέσα
στο δωματιάκι, αγκάλιασε τον πατέρα της και υποσχέθηκε να μην αφήσει ποτέ ξανά
το χέρι...
Ηθικό δίδαγμα: όσο χρονών και να είναι κάποιος πάντα χρειάζεται αγάπη φροντίδα στοργή κάποιον τέλος πάντων να τον νοιάζεται... και οι ηλικιωμένοι λίγο παραπάνω
Για αναθεωρήσουμε τη συμπεριφορά μας, λοιπόν....

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου